Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

Κινητήριος δύναμη η απελπισία

«Η μυρωδιά από τη χορτόσουπα που έβραζε στην κουζίνα είχε πλημμυρίσει το μικρό δυαράκι. Από το ραδιόφωνο ακουγόταν ένα χαρούμενο τραγούδι κι εγώ, παρέα με τα παιδιά μου, χορεύαμε γύρω από το τραπεζάκι του σαλονιού. Τα παιδιά δεν πτοούνται από κρίση, ανεργία και μνημόνια. Θέλουν να παίξουν, να γελάσουν. Τι κι αν τα παπούτσια τους είναι τρύπια και τα ρούχα τους στενεύουν;

Το κουδούνι της εξώπορτας διακόπτει το παιχνίδι. Κρατώντας την κόρη μου από το χέρι και το μωρό στην αγκαλιά, ανοίγω την πόρτα. Ο νεαρός που στέκεται απέναντί μου ανταποδίδει την καλημέρα μου με σιωπή. Το βλέμμα του καρφώνεται πάνω μου και τα λόγια του βγαίνουν με δυσκολία.

Είναι υπάλληλος της ΔΕΗ, με εντολή διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος.

Κλείνω την πόρτα και η σιωπή γίνεται μεγαλύτερη. Μόνο η χορτόσουπα ακούγεται που για λίγο ακόμα θα σιγοβράζει. Και μετά τί; Και μετά πώς;

Το μυαλό μου κενό, κολλημένο σ’ εκείνο το βλέμμα. Λύπηση. Ήταν η πρώτη φορά που βίωνα αυτό το συναίσθημα. Δάγκωσα τα χείλη μου, θύμωσα με τον εαυτό μου και άφησα ένα δάκρυ να τρέξει από το πρόσωπό μου.»

«Μαμά, έλα να χορέψουμε!»

«Δεν ήταν ώρα για αυτοκριτική, ήταν ώρα για δράση. Ανέβηκα στην αποθήκη και έβγαλα την φιάλη γκαζιού που χρησιμοποιούσαμε εκείνες τις καλές ημέρες που ακόμα πηγαίναμε διακοπές.

Σε αυτό το γκάζι για τους επόμενους μήνες θα μαγείρευα, θα ζέσταινα νερό για το μπάνιο, θα έφτιαχνα το γάλα των παιδιών.

Στο ψυγειάκι του κάμπινγκ θα συντηρούσα τα λιγοστά μας τρόφιμα.

Κάπως έτσι, το ραδιόφωνο αντικαταστάθηκε από δικά μας τραγούδια και τις νύχτες, με λάμπες πετρελαίου, διάβαζα παραμύθια στα παιδιά μου.

Τα παιδιά μπορεί να μην πτοούνται από την κρίση, όταν πεινάνε όμως θέλουν να φάνε. Και αυτό δεν είναι διαπραγματεύσιμο. Έτσι, αφού είχε πωληθεί οτιδήποτε είχε αξία μέσα στο σπίτι μας, ακόμα και κάτι λίρες που μου έδωσαν οι συγγενείς όταν γέννησα, έπρεπε κάτι να κάνω.

Χωρίς να το καταλάβω και να το πολυσκεφτώ - δεν υπήρχε χρόνος άλλωστε - βρέθηκα στην εκκλησία της γειτονιάς μου. Κι ενώ η τελευταία φορά που πήγα σε εκκλησία ήταν κατά τη διάρκεια των σχολικών μου χρόνων,να’ μαι τώρα κάθε μέρα εκεί, με το ταπεράκι μου να περιμένω υπομονετικά να γεμίσει.

Όλη η ημέρα μου κυλάει προσπαθώντας να βρω τρόπους να επιβιώσουμε. Δεν το βάζω κάτω. Προσπαθώ ακόμα καθημερινά να βρω κάποια δουλειά. Χτυπάω πόρτες, απευθύνομαι σε γνωστούς και αγνώστους, σχεδόν παρακαλάω. Και λέω σχεδόν, προς δική μου παρηγοριά.

Την νύχτα όμως που βρίσκομαι μόνη με τον εαυτό μου, οι σκέψεις μου απελευθερώνονται. Θυμάμαι την ξεχασμένη μου αξιοπρέπεια και αναλογίζομαι την πορεία που τελικά ακολούθησα. Τον τελευταίο καιρό συνειδητοποίησα ότι ο άνθρωπος έχει πολλές δυνατότητες. Μπορεί να κάνει πράγματα που δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα έκανε. Πολλές φορές εκπλήσσομαι με τη δύναμη που κρύβω μέσα μου. Κι έχω ακόμα πολλά αποθέματα. Για να μην το βάλω κάτω, για να μην σκύψω το κεφάλι. Για να σταθώ απέναντί τους και να πάρω ότι μου στέρησαν. Το χρωστάω στα παιδιά μου, το χρωστάω στον εαυτό μου.»

Άνεργη, ετών 30

Πριν από λίγες ημέρες, κατά τη διάρκεια ενός ρεπορτάζ, σε μία συζήτηση για τους ανέργους και τα δικαιώματά τους, μία γυναίκα, δημόσιος υπάλληλος σε διαθεσιμότητα, μας είπε με γέλιο πικρό και μάτια βουρκωμένα: «Διεκδίκηση δικαιωμάτων; Ποιών δικαιωμάτων; Οι άνεργοι σε αυτή τη χώρα δεν έχουν δικαιώματα.»

Είναι καιρός να τα αποκτήσουμε. Γιατί, κρατώντας την τελευταία φράση της, «θα αγωνιστούμε για ότι μας ανήκει, για τη ζωή και την αξιοπρέπειά μας. Η απελπισία, άλλωστε, είναι πιο δυνατή από οποιονδήποτε φόβο και ενδοιασμό. Αυτή μας έμεινε και με αυτή σαν κίνητρο θα παλέψουμε.»

Δανάη Δουλφή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου